Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Αποκριές


Οι αποκριές , τα παλιά χρόνια  στη Ζίτσα  ήταν μέρες που τις περίμεναν  μικροί και μεγάλοι, γιατί αποτελούσαν μια εύθυμη  ανάπαυλα στην καθημερινότητα  της κοπιαστικής ζωής τους.

Τόσο την πρώτη αποκριά, την κρεατινή, όσο και τη δεύτερη, την τυρινή , αργότερα περιορίστηκε στην τυρινή, στις διάφορες γειτονιές  άναβαν φωτιές.  Τέτοιες γειτονιές  ήταν ο Ντριμοαθάνης, το Ανήλιο, η Πανέγια, ο Αϊ  Ταξιάρχης (Γκαραντάης) , η Ρούγα, το Γκαράζ , η ράχη Παλιάγκα κ.α.  Εκείνη όμως που συγκέντρωνε  τον περισσότερο κόσμο και την επισκεπτόταν  όλο σχεδόν το χωριό, ήταν η φωτιά στη Ρούγα .

Μέρες πριν τα παιδιά της κάθε γειτονιάς  περιφέρονταν στα σπίτια, φωνάζοντας : «ξύλα για τ(ι)ς αποκριές» και οι νοικοκυρές  τους έδιναν κατά βούληση ξύλα  ή δεμάτια κλήματα (κληματόβεργες) από τη σταβιά τους.  Η προσφορά έπρεπε  να είναι αγόγγυστη και ικανοποιητική, γιατί  τη νύχτα της αποκριάς θα ακλουθούσε εθιμικώς το κλέψιμο  των ξύλων και οι τσιγκούνηδες  θα την πάθαιναν οπωσδήποτε. Όχι πως και οι άλλοι ήταν σίγουροι ότι θα το γλύτωναν.  Κατά τη συλλογή των ξύλων, για κάθε ενδεχόμενο, γινόταν η κατασκόπευση της σταβιάς, η προσπέλασή της  και τα όσα  άλλα εμπόδια , που μπορούσαν  να δυσχεράνουν  την κλοπή. Η πραγματοποίησή της ήταν  συνάρτηση των αναγκών που θα προέκυπταν  κατά το άναμμα της φωτιάς  και της διαθέσεως των «δραστών». Όχι λίγες φορές  δεν  περιορίζονταν μόνο στα ξύλα της σταβιάς. Έκλεβαν  ότι άλλο μπορούσε  να παράξει φωτιά, όπως  αλέτρια, σβάρνες, πασσάλους , χρήσιμη ξυλεία, πόρτες κλπ. Κάποτε για είναι σίγουροι για την ολοκλήρωση της «αποστολής», έδεναν  με σύρματα την πόρτα   των νοικοκυραίων , που είχαν την απρονοησία εκείνο το βράδυ να το ρίξουν  στον ύπνο.

Παραμένει  επώνυμη στη μνήμη των μεγαλυτέρων η περίπτωση της Βάβω Κούκους  που, αφού ξεκόλλησαν  ολόκληρη την αχυροκαλύβα   από το αμπέλι της, τη σήκωσαν στα χέρια και την παρέδωσαν στις αγκάλες της φωτιάς. στη Ρούγα.  Επίσης λέγεται και η περίπτωση του γέρου Τσιγκρή που, αφού ξεκόλλησαν  ολόκληρο το ξύλινο παράπηγμα που χρησίμευε για καμπινές και βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού του, το μετέφεραν, δίκην επιταφίου , και το έστησαν στη φωτιά, ενώ έβαλαν τον ανυποψίαστο  ιδιοκτήτη να χορεύει πρώτος γύρω της, αλαλάζων κι αυτός  μαζί με τους άλλους, καθώς το ξύλινο παράπηγμα (χαλές) γινόταν παρανάλωμα του πυρός.

Μασκαράδες ντυνόταν μόνο οι άνδρες ( Αργότερα  σιγά σιγά άρχισαν να μασκαρεύονται και οι γυναίκες ).  Οι μεταμφιέσεις τους ήταν πρόχειρες  και τέτοιες, που να προξενούν γέλιο και συγχρόνως  να τους καθιστούν αγνώριστους. Φορούσαν γυναικεία ρούχα, παλιόρουχα , ορθά ή ανάποδα. Τυλίγονταν  με τομάρια ζώων, ζώνονταν κουδούνια, βάφονταν με γάνα. Άλλοι πάλι  ντύνονταν γιατροί, καλόγεροι ή καλόγριες. Άλλοι φορούσαν φουστανέλες ή και τα χρυσά ή τα κατιφένια ή  και ντύνονταν γαμπρός και νύφη.

Το μασκάρεμα των παιδιών γινόταν από το πρωί . Ντύνονταν κι αυτά με ότι  πρόχειρο εξοικονομούσαν  και με σκεπασμένο το πρόσωπό τους , περιφέρονταν  στα σπίτια    και ζητούσαν από τους νοικοκυραίους  απλώνοντας το χέρι,  κάποιο φιλοδώρημα λέγοντας: «Μπάρα μπάρα μια δεκάρα». Οι τελευταίοι , πριν την προσφορά τους, προσπαθούσαν  να ξεμπουμπουλώσουν  το πρόσωπο  και αναγνωρίσουν τον μασκαρεμένο,  κάτι που συνήθως δεν το κατόρθωναν.

Οι μεταμφιέσεις  γύρω από τη φωτιά τους επέτρεπαν να διασκεδάζουν, απαλλαγμένοι κάπως από τύπους και  υπευθυνότητες, ξεθάβοντας  από τα μύχια της ψυχής τους, όσα η αυστηρότητα των τότε κοινωνικών συνθηκών και η σκλαβιά τους  ανάγκαζαν  να τα κρατούν μέσα τους. Έλεγαν, επινοούσαν ή παράφραζαν  σκωπτικά  τραγούδια , διανθισμένα με βωμολοχίες ή υπονοούμενά τους, που προκαλούσαν  άφθονα γέλια κι έκαναν τα κοριτσούδια να συστέλλονται και τις γυναίκες  να σιγογελούν. Καταφέρνονταν  δε κατά των οφικιούχων της  εποχής, μουχτάρηδων, επιτρόπων, διαχειριστών  κληροδοτημάτων, φοροεισπρακτόρων κλπ σατιρίζοντας τα «άπλυτα» της πολιτείας τους.

Κάποια χρόνια   τα αγόρια  του Σχολαρχείου , ντύνονταν με εύθυμες  στολές και έπλεκαν το γαϊτανάκι. Στα σπίτια με μικρά παιδιά καθώς και γύρω από τις φωτιές έκαναν τον χάψαρο.

 Τις δεκαετίες 50, 60 παιδιά από τις γειτονιές  του χωριού , μόλις σχολούσαν τα μαθήματα στο σχολείο  έτρεχαν να μαζέψουν ξύλα για τις αποκριές , προτιμώντας  ως καλύτερη καύσιμη ύλη το πουρνάρι, γιατί  έβγαζε μεγάλη φλόγα (τζιαμάλα).  Περιοχές  στις οποίες  έβρισκαν πουρνάρια ήταν τα Μαξάλωνα για το μεγάλο μαχαλά και η Γούβα για τον μικρό.  Κάθε γειτονιά είχε και τη δική της φωτιά . Υπήρχε συναγωνισμός πια  γειτονιά έχει τα περισσότερα ξύλα και πόσο θα διαρκούσε η φωτιά. Γύρω από τις φωτιές  στηνόταν τρικούβερτο γλέντι χωρίς  μουσικές αλλά δια ζώσης. Άρχιζε το τραγούδι ο/η καλλίφωνος και επαναλάμβαναν οι υπόλοιποι. Κάπως έτσι διασκέδαζαν  εκείνα τα χρόνια.

Με την πάροδο του χρόνου  και καθώς οι διασκεδάσεις  πλήθυναν, τα έθιμα αυτά ατόνησαν. Σήμερα ανάβουν μόνο μια φωτιά, την Κυριακή της τυρινής, στην Καλλιθέα με ξύλα  από παλιά δέντρα, που  φέρνουν νέοι  με αγροτικά αυτοκίνητα από διάφορα μέρη του χωριού. Με έξοδα του Δήμου και της Κοινότητας  σερβίρονται  σουβλάκια, λουκάνικα κλπ και φυσικά ζιτσιώτικο κρασί.

Πέρυσι και φέτος όμως λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού δεν  είχαμε  εκδηλώσεις αποκριάτικες. Ευελπιστούμε του χρόνου να είμαστε όλοι καλά  για να γιορτάσουμε  παρέα . Καλή  Σαρακοστή

Έχουν αναγνωριστεί:   (1) Γεώργιος Ηλ. Γύρας,  (2) Μάνθος Νικολαΐδης , (3) Θεμιστοκλής Λύβης ,(4) με το λαούτο ο μπασια-Θανάσης Γιαννόπουλος ,(5) με το κλαρίνο Λάκης Γκάγκας, (6) Ευάγγελος Τόζιουλος, (7) Αθανάσιος Βαδόκας, (8) Ιωάννης Γεωργάτης, (9)  Ξενοφών Ματσάγκας, (10)  Κώστας Μπλίζος, (11) Μάνθος Νικολαΐδης ,(12) Αναστάσιος Γκατζιάνης, (13) Δημήτριος (Μήτσ’) Βαλκάνος, (14) Τάκης Κοντούλας, (15) Κώστας Κοσμάς, (16) Χρήστος Ζέρβας

 

Πηγή : Β. Οικονόμου  «Η Ζίτσα»

 Δ.  Γύρα  «Ζίτσα , γλωσσάρι  , ιστορικά, κοινωνικά λαογραφικά στοιχεία»

 





 

Δεν υπάρχουν σχόλια: