Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

ΑΠΟΚΡΙΕΣ


ΑΠΟΚΡΙΕΣ
(Ήθη και έθιμα από τα παλιά, όπως τα περιγράφει ο Β.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ στο βιβλίο του «Η ΖΙΤΣΑ»)

Από πολλές μέρες προτού να ‘ρθουν οι Απόκριες γίνονταν οι συσκέψεις των νέων που επρόκειτο να μασκαρευτούν, για το μασκάρεμα που θα έκανε ο καθένας , για τις σατιρικές απαγγελίες και φάρσες που θα σκάρωναν σε γνωστούς και φίλους, καθώς και για τα δηκτικά πειράγματα που θα έλεγαν εις βάρος των ΄΄οφικιούχων΄΄.
Το μασκάρεμα γινόταν κατά παρέες από 8 έως 10. Μαζεύονταν δηλαδή σε ένα φιλικό σπίτι κι εκεί βοηθώντας ο ένα τον άλλον φορούσαν τις μασκαράτικες στολές τους. Για την αλλαγή της μορφής τους χρησιμοποιούσαν τιποτένια και παραπεταμένα πράγματα χωρίς να ξοδέψουν δεκάρα. Πραγματικά δεν τους στοίχιζε τίποτα λίγη μουντζούρα της τέντζερης, ή του τηγανιού τους για να μαυρίσουν τα πρόσωπά τους και να γίνουν σαν αράπηδες. Κρατούσαν και λίγη μουντζούρα σε ένα μικρό τενεκέ , που τον έκρυβαν στην τσέπη τους , βουτούσαν το δάκτυλό τους σ’αυτή, κι έφτιαχναν με το ΄΄χρωστήρα΄΄ αυτόν τα πιο παράξενα μουστάκια και τις πιο απίθανες καρικατούρες στα πρόσωπα των αμασκάρευτων που συναντούσαν στη βακχική διαδρομή τους όσο να φτάσουν στη Ρούγα , όπου ήταν ο τόπος που συγκεντρώνονταν όλοι οι μασκαρεμένοι, κι όπου γίνονταν το τρικούβερτο γλέντι , κι έτσι κι αυτοί θέλοντας και μη γίνονταν σύντροφοι στη μασκαράτικη παρέα. Το μασκαρένιο ντύσιμό τους ήταν παλιές φορεσιές τους , σωστά κουρέλια που ήταν για πέταμα , παλιοπάπουτσα και παλιοτσάρουχα που τα ’βρισκαν πεταμένα στις ράχες που έριχναν τα σκουπίδια , σκορδαμάθες και κρομμυδαρμάθες που τις κρεμούσαν στις πλάτες τους πίσω και μπροστά, κέρατα τράγια, κριαρίσια , ή βοδινά που κοσμούσαν τα μέτωπά τους , ουρές αλογίσιες ή βοδινές που τις κρεμούσαν πίσω τους , παλιοπροβιές που τις έκοβαν κι έφτιαχναν γένια , μουστάκια και φρύδια , ή ολάκερες μουτσούνες , κι άλλα παρόμοια στολίδια. Άλλοι πάλι ντύνονταν με ακέραια τομάρια από τραγιά, κριάρια ή δαμάλια κι όπως τα φορούσαν και περπατούσαν πότε πότε με τα τέσσερα έμοιαζαν με τα αντίστοιχα ζώα . Κρεμούσαν στο λαιμό τους και κουδούνια καθώς και κύπρους διπλούς και τριπλούς , κι όπως εκείνοι χοροπηδούσαν , βροντολογούσαν αυτά λες και κάλπαζε τρομαγμένο κανά κοπάδι γκεσεμιών κυνηγημένο από λύκο! Χτυπούσαν ακόμα και παλιοντενεκέδες , παλιοπλόσκιες τενεκεδένιες που τις είχαν κρεμασμένες από το λαιμό τους σε σχοινί και τις χτυπούσαν με ξύλα σαν ταμπούρλα , κι άλλα παλιοαντικείμενα που χαλούσαν τον κόσμο με τον ξεκωφαντικό κρότο τους.
Διοργάνωναν και γάμους ακόμα που δεν ξεχώριζαν στους τύπους και τα έθιμα από τους αληθινούς . Άλλοι πάλι γίνονταν γιατροί με κλάκ και με βελάδες , κι έδιναν στους άρρωστους μασκαράδες προφορικές θεραπευτικές συνταγές που αποτελούσαν σίγουρα εισιτήρια για τον άλλο κόσμο και που έκαναν τον κόσμο να σπαρταράει από τα γέλια. Άλλοι ντύνονταν τσολιάδες με φέσια, φουστανέλες και τσαρούχια και άλλοι φορούσαν γυναικείες στολές , τα χσα ή τα κατφένια, κι ήταν οι ντάμες των τσολιάδων και των γιατρών. Μασκαράδες τα παλιά χρόνια γίνονταν μόνο οι άνδρες. Η συγκέντρωση όλων των μασκαράδων γίνονταν στη Ρούγα κι άρχιζε στις δυο το μεσημέρι, ύστερα δηλαδή από γενναίο φαγοπότι που έκανε ο καθένας στο σπίτι του. Εκεί τα γλέντια με δυο ζυγιές βιολιά έφταναν στο κατακόρυφο. Ο κόσμος κουβαλούσε το κρασί με τους τενεκέδες κι όλοι μασκαράδες και θεατές έπιναν με την ψυχή τους. Οι κωμικές κινήσεις των μασκαράδων και τα έξυπνα αστεία τους, έκαναν τον κόσμο να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Στα ενδιάμεσα που διακόπτονταν οι χοροί για να ξεκουράζονται χορευτές και όργανα , άρχιζαν τα σατιρικά πειράγματα όπως τα παρακάτω.
Σ’ ένα μασκαρεμένο γιατρό παρουσιάζονταν ένας μασκαρεμένος άρρωστος που έπιανε την κοιλιά του και φώναζε ουρλιάζοντας από τον …. πόνο. < Ωχ γιατρέ μου σώσε με , με πονάει δυνατά το στομάχι μου, πεθαίνω γιατρέ μου βοήθειαααα..> κι έπεφτε κάτω λιπόθυμος. Ο γιατρός έσκυβε, τον συνέφερε με κάνα δυο χαστούκια και τον ρωτούσε. <Τι έφαγες μωρέ, μην έφαγες κάνα βλαβερό φαΐ;> Ο άρρωστος απαντούσε .< Όχι γιατρέ μου μοναχά ένα κομμάτι από το κληροδότημα του Ζιτσαίου έφαγα.> Κι ο γιατρός του έλεγε. < Έτσι πες μου μπρε μπουνταλά κι αυτό σε πονεί το στομάχι σου. Αυτό μπρε είναι πολύ βαρύ και δυσκολοχώνευτο.>
Με παρόμοια δηκτικά πειράγματα σατίριζαν τους Μουχτάρηδες (Προέδρους) γιατί μερικοί απ’ αυτούς πωρωμένοι και ασυνείδητοι συνεργούσαν με τον τούρκο τασιλντάρη (εισπράκτορα των φόρων ) για να πληρώνουν οι κάτοικοι φόρους που Δε χρωστούσαν και τούτο γιατί τα μοιράζονταν. Σατίριζαν επίσης επιτρόπους εκκλησιών που έτρωγαν όλα τα εισοδήματά τους και παρουσίαζαν στους λογαριασμούς πάντα έλλειμμα.
Ύστερα ξανάρχιζαν τους χορούς. Το γλέντι αυτό στη Ρούγα κρατούσε ως το βράδυ κι ύστερα έπαυε. Οι μασκαράδες χωρίζονταν σε παρέες , έπαιρναν αράδα τα σοκάκια με χορούς και με τραγούδια , έμπαιναν σε συγγενικά σπίτια, έτρωγαν μεζέδες που τους πρόσφεραν οι νοικοκυρές, έπιναν κούπες γιομάτες κρασί, τραβούσαν κάνα χορό, χτυπούσαν το πάτωμα με τα πόδια κι έλεγαν διάφορα τραγούδια με σατιρικό περιεχόμενο που προκαλούσαν το γέλιο.
< Στης ακρίβειας τον καιρό, θέλησα να παντρευτώ, και μου δώσαν μια γυναίκα πώτρωγε για πέντε δέκα.Πρώτο βράδυ που την πήρα έφαγε μια προβατίνα….>
Το γνωστό αποκριάτικο παιχνίδι ο χάψαρος που προκαλούσε σπαρταριστά γέλια έδινε και έπαιρνε σε όλα τα σπίτια.

Ερχόμαστε τώρα στις φωτιές. Τα βράδια τόσο της Κριατνής όσο και της Τυρινής άναβαν τις πατροπαράδοτες φωτιές σ’ όλες τις συνοικίες της κωμόπολης. Η μεγαλύτερη όμως φωτιά γίνονταν στη Ρούγα και κρατούσα ως τα ξημερώματα της Καθαρής Δευτέρας. Η φωτιά είχε καθολικό χαρακτήρα και συγκέντρωνε τα παιδιά όλου του μεγάλου Μαχαλά.
Δυο βδομάδες προτού νάρθουν οι Αποκριές έπαιρναν αράδα τα σοκάκια και μάζευαν απ’ όλα τα σπίτια ξύλα, τα οποία τα στοίβαζαν στον περίβολο του Αγίου Νικολάου. Για να ακούσουν οι νοικοκυρές φώναζαν με δυνατή φωνή . < Ξύλα για τ’ς Αποκριγιέεεεεε>. Έβγαιναν δε αυτές πρόθυμα και τους έδιναν άλλη ένα δεμάτι κλήματα, άλλη μια αγκαλιά πουρνάρια κι άλλη δυο τρία χοντρά ξύλα. Αλίμονο σ’ εκείνη που θα τσιγκουνεύονταν και δεν θα έδινε, τότε την έγραφαν στη μαύρη βίβλο και το βράδυ της Αποκριάς θα μηχανεύονταν κάθε τρόπο για να την εκδικηθούν κλέβοντας όλα τα ξύλα της.
Πολλές φορές τα παιδιά διμοιρίες ολόκληρες πήγαιναν τις μέρες που δεν είχαν σχολείο κι έκοβαν ξύλα που τα κουβαλούσαν άλλα φορτωμένα σε ζώα κι άλλα στην πλάτη. Τις φωτιές τις άναβαν στις 9 το βράδυ της Κριατνής και της Τυρινής και τις κρατούσαν ως τα ξημερώματα.Δεν αρκούνταν όμως στα ξύλα που είχαν συγκεντρώσει κι είχαν κόψει μόνα τους , αλλά συνεχίζοντας ένα πανάρχαιο έθιμο , έκλεβαν το βράδυ της κάθε Αποκριάς από τα σπίτια σταβιές ολάκερες , πολλές φορές και χρειαζούμενη ξυλεία καθώς και γεωργικά εργαλεία , όπως σβάρνες ,ζυγούς, ακόμα κι αλέτρια χωρίς να λογαριάζουν τη ζημιά που έκαναν στους κατόχους τους. Πηδούσαν αυλότοιχους , έσπαγαν πόρτες από τα κατώγια και τις κουβαλούσαν κι αυτές μαζί με τα ξύλα που έκλεβαν από μέσα και τις παράδιναν στη φωτιά. Ξέφραζαν λαχανόκηπους και κουβαλούσαν τα παλούκια και τα ξηρά αγκάθια τους και τάριχναν στη φωτιά. Πολλές φορές σε σπίτια που οι νοικοκυραίοι ήταν γέροι ή γριές το θράσος τους έφτανε σε τέτοιο σημείο, ώστε έδεναν τις πόρτες τους με χοντρό σύρμα για να μη μπορούν οι ένοικοι ν’ ανοίξουν και βγουν έξω κι έτσι ανεμπόδιστα τους σήκωναν όλα τα ξύλα αδιαφορώντας στις φωνές και διαμαρτυρίες τους.

Ο χορός γύρω από τη φωτιά έδινε και έπαιρνε χωρίς όργανα αλλά με σατιρικά αποκριάτικα τραγούδια όπως.
< Όταν ήμουνα μπεκιάρης έτρωγα κριγιάς κι διάρες. Φόντας επαντρεύτηκα όλα τα στειρεύτηκα. Έκανα ένα παιδί κι έτρωγα χλωρό τυρί.Όταν έκανα δυο τρία έτρωγα μπομπότα κρύα κι όταν έκανα πεντέξι ζάρκα ήταν όλα μπλέτσι, κι όταν έκανα δεκάρι ζάρκος βγήκα στο παζάρι.>

Άλλα τραγούδια που ακούγονταν ήταν.
Πως στουμπίζουν το πιπέρι του διαόλ’ οι καλογέροι κ.τ.λ

Μια καλή νοικοκυρά τ’ αντρός της βράζει τραχανά, του φίλου της τυρί κι αυγά. Τ’ αντρός της στρώνει στρώματα πέντε γομαροτόμαρα του βάνει και προσκέφαλο ένα γομαροκέφαλο. Του φίλου στρώνει στρώματα πέντε βαμπακοστρώματα του βάνει και προσκέφαλο ένα βαμπακοκέφαλο. Κ.τ.λ.

Τούτη η γη όπου πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε, φάτε πιέτε και γλεντάτε και χορέψτε και πηδάτε κ.τ.λ.

Μηλίτσα μ’ που είσαι στο γκρεμό στα μήλα φορτωμένη κ.τ.λ

Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ ένα νερό κρύο νερό κ.τ.λ