Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Η ΛΟΥΤΣΑ ΤΗΣ ΖΙΤΣΑΣ




Μερικές φωτογραφίες από τη "Λούτσα" (αρχείο ΝτίνουΚοσμά), σήμερα τη θέση της πήραν η αυλή του Γυμνασίου -Λυκείου και το πάρκο της Εθνικής Αντίστασης.

Όλοι όσοι βρίσκονται στη μέση ηλικία θυμούνται τη Λούτσα Ήταν η μεγαλύτερη και βαθύτερη της ευρύτερης περιοχής. Εκεί έπιναν νερό εκατοντάδες χοντρά ζώα του χωριού (βόδια, αγελάδες, γομάρια, άλογα, μουλάρια) και κοπάδια με χιλιάδες πρόβατα κατά τους καλοκαιρινούς ιδιαίτερα μήνες . Εκεί ετοιμάζονταν η γυαλόπετρα στους ταγαραίους για να ραντιστούν τα γειτονικά στη Λούτσα αμπέλια. Εκεί σε κάποιες πλάκες χτυπούσαν οι γυναίκες τις κουρελούδες με τον κόπανο για να τις καθαρίσουν από τις λάσπες Από εκεί έπαιρναν νερό με βουτσέλες οι μερακλούδες νοικοκυρές που διατηρούσαν τενεκέδες ή γλάστρες με λουλούδια για να ποτίσουν το καλοκαίρι. Εκεί τέλος μουσκεύανε τα χερόβολα της βριζάλας για να δέσουν τα δεμάτια στο θέρο.

Το μέρος ήταν στη Β.Α άκρη του χωριού με την περισσότερη κίνηση σ’ όλες τις ώρες του μερόνυχτου. Το χειμώνα είχε μπόλικο και σχετικά καθαρό νερό. Όσο προχωρούσε όμως ο καιρός προς το καλοκαίρι από τη χρήση και την εξάτμιση το νερό λιγόστευε και γινόταν ακάθαρτο. Ήταν και χρονιές ξηρασίας που η Λούτσα ξηραίνονταν. Αυτό συνέβαινε σπάνια μια φορά στα 15-20 χρόνια.

Μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις ήταν μουχτάρης στο χωριό ο Γιάννης Βαλκάνος. Προκομμένος άνθρωπος με περιουσία μεγάλο κοπάδι γιδοπρόβατα , αμπελοχώραφα και κοπέλια που τον βοηθούσαν στις δουλειές του. Τη χρονιά αυτή ξεράθηκε η Λούτσα. Η λάσπη που μαγεύτηκε στον πάτο και στα πλευρά της κωνικής ( με την κορυφή προς τα κάτω) λεκάνης της Λούτσας έπρεπε να καθαριστεί. Ήταν ένα ανακάτωμα από κοπριές των ζώων και όσες άλλες ακαθαρσίες επί πολλά χρόνια κατακάθισαν που εκτός του ότι βρώμιζαν το νερό και μίκραιναν τον όγκο της χωρητικότητάς της.

Βάζει λοιπόν ο μουχτάρης τον τελάλη να φωνάξει για να μαζευτούν την άλλη μέρα όλοι οι χωριανοί με καρότσια, τσάπες και φτυάρια να καθαρίσουν τη λούτσα που όλοι την χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες τους. Πηγαίνει πρωί πρωί και περιμένει τους χωριανούς για το καθάρισμα. Παρουσιάστηκαν 5-10, οι πιο ευσυνείδητοι , οι άλλοι αδιαφόρησαν. Η δουλειά με τόσους λίγους δεν μπορούσε να γίνει. Γυρίζει στο χωριό και ξαναβάζει τον ντελάλη να φωνάξει ότι όσοι πάνε στο καθάρισμα της Λούτσας θα πληρωθούν. Πολύ πρωί την άλλη μέρα παρουσιάζονται εκατοντάδες χωριανοί με τα απαιτούμενα εργαλεία για το καθάρισμα της Λούτσας. Στον καθένα που έπιανε δουλειά έδινε από ένα ντεσκερέ που έγραφε: «Για το καθάρισμα της Λούτσας μας» και την υπογραφή του από κάτω. Αυτό υποτίθεται θα ήταν η απόδειξη για τον καθένα ότι δούλεψε στη Λούτσα και θα πληρωθεί. Όλοι δούλεψαν με ζήλο και κατά το απογευματάκι μόλις είδε ο μπάρμπα- Γιάννης ότι η δουλειά τελείωνε, φεύγει από τη Λούτσα και γυρίζει και κλείνεται στο σπίτι του. Όταν τελείωσαν οι χωριανοί που δούλεψαν, με τα φτυάρια και τις τσάπες στην πλάτη έρχονται στο σπίτι και ζητάνε να τους πληρώσει το μεροκάματο. Φωνάζανε , αλλά αυτός δεν έβγαινε , ώσπου στο τέλος τον απειλούσαν ότι θα τον καταγγείλουν στον κατή γιατί τους γέλασε. Αφού τους άφησε για λίγη ώρα να φωνάζουν και αφού είχαν ποια συγκεντρωθεί όλοι που απαιτούσαν πληρωμή, βγαίνει στην εξώπορτα και ρωτάει. Έχετε τους ντεσκερέδες όλοι; Ναι, του απάντησαν. Διαβάστε τι γράφω στα χαρτιά. Διαβάζουν «Για το καθάρισμα της Λούτσας ΜΑΣ».

Που σας είχα στ’ αμπέλι μου, στα χωράφια μου δουλέψαταν και θέλετε να σας πληρώσω; Δεν πάμε όλοι και ποτίζουμε τα ζωντανά μας στη Λούτσα; Πηγαίνετε στον κατή, δείξτε του τα χαρτιά που σας έδωσα κι αν γράφουν ότι σας χρωστάω γρόσια, γιατί δουλέψατε σε δικές μου δουλειές, να σας πληρώσω. Έσκυψαν τα κεφάλια κι έφυγαν ντροπιασμένοι γιατί κατάλαβαν ότι ο Μουχτάρης ότι έκανε το έκανε φροντίζοντας για τα ζωντανά τους και το συμφέρον τους.

(Αναδημοσίευση περιοδικό Η Ζίτσα τεύχος 5ο)

Δεν υπάρχουν σχόλια: