Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΕΣΠΕΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΙΤΣΑ

 


 

Στο περιοδικό Ἕσπερος, ἀρ. 182, ἐν Ἀθήναις τῇ 15)27-7-1889, στην πρώτη και τη δεύτερη σελίδα (ή, σύμφωνα με τη σελιδαρίθμηση του περιοδικού, στις σελίδες 209 και 210), φιλοξενούνται αντίστοιχα φωτογραφική άποψη της Ζίτσας, φέρουσα τη λε­ζά­ντα Ἡ κω­μό­πολις Ζίτσα ἐν Ἠπείρῳ, και ανυπόγραφο συνοδευτικό κείμενο υπό τον τίτλο ΖΙΤΣΑ. Ως τεκμήρια ιστορικού ενδιαφέροντος παρατίθενται κατωτέρω, εν τέλει δε ακολουθεί σύντομος σχολιασμός αμφοτέρων.  

 



ΖΙΤΣΑ

Ἡ Ἠπειρωτικὴ κωμόπολις Ζίτσα, ἧς τὴν εἰκόνα παραθέτομεν ἐνταῦθα, συγκα­τα­λέ­γεται μεταξὺ τῶν πρώτων τῆς Ἑλλάδος τοποθεσιῶν τῶν περιφήμων διὰ τὸ περι­καλ­λὲς τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ γραφικόν.

Τέσσαρας περίπου ὥρας ἀπέχουσα τῆς μητροπόλεως Ἰωαννίνων, ἡ Ζίτσα κατοι­κεῖ­­ται ὑπὸ τρισχιλίων ἀτόμων καὶ κατέχει δύο ἄξια λόγου κτίρια, τὴν μονὴν τοῦ προ­φή­του Ἡλιοῦ καὶ ἓν σχολεῖον.

Ἡ μονὴ τοῦ προφήτου Ἡλιοῦ, τοῦ Θεσβίτου, εἶνε ἐκτισμένη ἐπὶ τοῦ ὄρους καὶ τὰ τεί­χη αὐτῆς λευκάζουσι μεγαλοπρεπῶς μέσῳ τοῦ περιβάλλοντος αὐτὴν ἄλσους. Τὸ ἱερὸν τοῦτο σταυροπήγιον, κατ’ ἔγγραφον παράκλησιν τοῦ ἱερέως Ἰωαννίνων καὶ δι­δασκάλου Κοσμᾶ Μπαλάνου, «ποθοῦντος, ὡς λέγει, νὰ μεταδίδῃ τὸ τάλαντόν του (δηλ.. τὰς γνώσεις του) εἰς ὅσους οἷόν τε πλειοτέρους, ἵνα μὴ χαρακτηρισθῇ ὡς ὁ φι­λάργυρος τῆς παραδόσεως, ὁ κρύπτων τοὺς θησαυρούς του», τὸ σταυροπήγιον, εἴ­πο­μεν, τοῦτο, προσηλώθη τῷ 1805 τῇ ἐν Ἰωαννίνοις σχολῇ Γκούμα παρὰ τοῦ προστά­του μοναστηρίων καὶ σχολῶν ἀοιδίμου Γρηγορίου, ἐκδόντος πρὸς τοῦτο σιγίλλιον ἐπι­­κυ­­ρωτικὸν τῆς αἰτήσεως. Τοῦτο καὶ ἄλλοτε, πρὸ δεκαετίας ἔτι, εἶχε προσκολληθῇ τῇ σχολῇ Γκούμα, ἐν ᾗ ἀπὸ 45 ἐτῶν ἐδίδασκεν ὁ εἰρημένος Μπαλάνος, ἀλλά, «μηδὲν ὠφελῆσαν ἕνεκα τῶν τοῦ καιροῦ περιστάσεων», ὁ Κοσμᾶς ἱκέτευσε νὰ γίνῃ τῆς σχο­λῆς κτῆμα. Διετία ὅμως παρῆλθε μόλις καὶ ἡ διάταξις τοῦ 1805 ἀνετράπη δι’ ἑτέρου σι­γιλλίου, κατόπιν προηγηθείσης συμφωνίας τοῦ διδασκάλου καὶ τοῦ ἐπιτρόπου τῆς σχο­λῆς, τοῦ ἡγουμένου κὺρ Γρηγορίου καὶ τοῦ μητροπολίτου Ἰωαννίνων Ἱεροθέου, ἀποκαταστάσης οὕτω πάλιν τῆς μονῆς ἐνοριακῆς. Πρὸς τοῦτο ἀπέτισεν ἡ μονὴ εἰς τὴν σχολὴν Γκούμα χάριν ἀποζημιώσεως 4 χιλ. γροσίων, προέβη δ’ εἰς αὐτὸ «ἐπειδὴ πολλοῖς χρέεσι περιεβλήθη καὶ δεινῶς κατεπιέζετο.»

Τὸ ἕτερον ἐν Ζίτσῃ κτίριον, ἡ σχολή, ὡς ὁ Σμυρναῖος Ν. Γεωργιάδης ἀναφέρει ἐν τῷ συγγράματι Λογίῳ Ἑρμῇ τῆς 4 Ὀκτωβρ. 1819, ἱδρύθη παρὰ τοῦ φιλογενοῦς ἱεράρ­χου πρῴην Βουζαίου κ. Κωνσταντίνου. Ὁ Κωνσταντῖνος οὗτος, ἀνεψιὸς τοῦ «σοφοῦ καὶ μουσοσέπτου πρῴην Οὐγγροβλαχίας Δοσιθέου», κατέβαλεν ἀφειδῶς μέγα ποσὸν ἵνα ἐν τῇ πατρίδι του συστήσῃ σχολὴν οὐ μόνον τῆς παλαιᾶς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀλλὰ καὶ τῶν κοινῶν λεγομένων γραμμάτων. Ἔγραψεν ὅθεν εἰς τοὺς προεστῶτας νὰ ἐκλέξωσι τόπον ἁρμόδιον διὰ κτίριον, στείλας συνάμα τ’ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς οἰ­κο­­δο­­μὴν σχολῆς εὐρυχώρου καὶ ἱκανῆς ὅπως ἐν αὐτῇ διαιτῶνται πτωχοὶ μαθηταί. Ἡ οἰκοδομὴ περιεῖχε δώδεκα μεγάλα δωμάτια ηὐπρεπισμένα διὰ λαμπρῶν ἐπίπλων καὶ ἐφωδιάσθη κατόπιν ὑπὸ τετρακισχιλίων τόμων χορηγηθέντων καὶ τούτων παρὰ τοῦ ἱδρυ­­­τοῦ της. Ὥρισεν ἐπίσης ὁ ἱδρυτής, ὡς ὁ αὐτὸς Γεωργιάδης ἀφηγεῖται, νὰ πέμπων­ται κατ’ ἔτος καὶ ἕτερα συγγράμματα ἑλληνικά τε καὶ τ’ ἀξιολογώτερα τῶν εὐρωπαϊ­κῶν, μέχρι συμπληρώσεως βιβλιοθήκης πλουσίας καὶ περιεκτικῆς.

Τὰ δύο ἀνωτέρω κτίρια, ἡ σχολὴ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἡ μονὴ Ἡλιοῦ τοῦ Θεσβί­του πλὴν τῶν ἄλλων καλῶν ἔχουσι καὶ τοῦτο, ὅτι παρέχουσι, διὰ τὴν ἱστορικὴν αὐ­τῶν ἀξίαν, ἀφορμὴν ἱστορικῶν ὑπομνημάτων περὶ τῆς Ζίτσης, περὶ ἧς τόσον ὀλίγον ἡ ἰστορία ὁμιλεῖ. Ἐκ τῆς κωμωπόλεως ταύτης ἕλκουσιν ἐπίσης τὸ γένος καὶ ἀρκετοὶ ἀ­ξι­ό­λογοι ἄνδρες, ὡς ὁ Πατριάρχης ὁ Α΄, ὁ ἀπὸ Σοφίας, ὁ διευθυντὴς τῆς ἐν Μοσχο­πό­λει σχολῆς Χρύσανθος (1708), ὁ Βυζαντινὸς Ἰωάννης, ἂν μὴ ἀπατώμεθα ὁ Τζέτζης, ὁ ἱερεὺς Παρθένιος ὁ Κατζούλης (1730), ὁ καὶ συγγραφεὺς τοῦ ἐν Βενετίᾳ ἐκδοθέντος τῷ 1778 Ἀποφθεγματαρίου, καὶ ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἐκεῖ σχολῆς Κωνσταντῖνος.

Ἂν ὅμως ὁ κ. Κατζούλης δὲν ἐπέτυχε νὰ καταστήσῃ τὴν πατρίδα του ὀνομαστὴν διὰ τοῦ Ἀποφθεγματαρίου του καὶ ἂν ἡ ἱστορία δὲν ἠξίωσεν ἔτι νὰ παρέξῃ μικράν τινα θέσιν εἰς τὴν ὡραίαν κωμόπολιν, εὗρεν ὅμως ἡ Ζίτσα τὴν θέσιν της ἐν τῇ ἀθανά­τῳ ποιήσει τοῦ Βύρωνος ὅστις πολλὰς τῶν στροφῶν του ἀφιέρωσε πρὸς ἐξύμνησιν αὐτῆς.

Ἰδοὺ ἡ πιστὴ τῆς Ζίτσης εἰκών, ἣν ἐν ὀλίγαις λέξεσι παρέχει ἡμῖν ὁ ὑμνητὴς αὐτῆς ἐν τῷ Τσάϊλδ Ἀρόλδῳ.

«Ὦ Ζίτσα, ἱερὸν ἔδαφος, ὅθεν καὶ ἂν στραφῇ τὸ βλέμμα ἀπὸ τῆς δασώδους κορυ­φῆς σου, πανταχόθεν τῷ προσμειδιᾷ μαγεία ἐν μυρίοις χρωματισμοῖς, καὶ ὡς ἴρις περὶ τοὺς βράχους καὶ τὰς πηγάς, τὸ ἄλσος καὶ τοὺς λόφους, περιβάλλεται ἡδέως ὑπὸ κυανοῦ οὐρανοῦ. Πόσον ὡραῖα καταρρέει τὸ ὕδωρ διὰ μέσου χαράδρας, ὅπου ὁ βράχος ἀποτόμως ἐπικρέμαται. Πόσον ζωηρὰ τὰ φυλλώματα τῶν δένδρων. ….»

Ὑ. Γ. Εὐχαρίστως μανθάνομεν ὅτι ὁ ἐκ Ζίτσης καταγώμενος Κύριος Δημήτριος Λιοῦτσος προτἰθεται μετὰ εὐγενοῦς φιλογενείας ν’ ἀναγείρῃ ἐκ βάθρων ἰδίᾳ δαπάνῃ τὸν ἐν Ζίτσῃ ναὸν τοῦ ἁγ. Νικολάου. Ἡ δαπάνη θ’ ἀνέλθῃ εἰς χιλίας πεντακοσίας λίρας.

ΣΧΟΛΙΑ

 

Α΄. Όσον αφορά τη φωτογραφία, που υποθέτω ότι προέρχεται από Ζιτσαίο πα­ρε­πι­δημούντα στην Αθήνα, έχουμε ενώπιόν μας την παλαιότερη, απ’ όσο του­λά­χι­στον εί­μαι σε θέση να γνωρίζω, φωτογραφική απεικόνιση της Ζίτσας, που χρο­­­­­νολο­γείται προ­­­φανώς προ της 15)27 Ιουλίου 1889, ημερομηνίας έκδοσης του πε­ριοδικού Ἕσπε­ρος, χωρίς πάντως να μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς πότε. Πρόκειται για μερική άποψη της κωμόπολης, διακρίνονται δε ευκρινώς μεταξύ άλλων εμβληματικά κτίρια της κοι­νό­τητας, όπως ο ναός του Αγίου Δημητρίου, η παρά τους Ταξιάρχες Ελ­ληνική Σχολή (μη σωζόμενα σήμερα), ο ναός των Ταξιαρχών, η Δη­μοτική Σχο­λή (νυν Πνευ­μα­τικό Κέντρο) και η μονή του Προφήτη Ηλία. Παρεμπιπτόντως η αμέσως επό­με­νη απεικόνιση, πανοραμική αυτή τη φορά, περιέχεται στο βιβλίο της Αμαλίας Κ. Παπα­σταύ­­­ρου, Η Ζίτσα. Γεωγραφική και ιστορική περιγραφή της κωμοπόλεως ταύτης της Η­πεί­­ρου, εν Αθήναις 1895, μεταξύ των σελίδων 24 και 25. Να σημειωθεί πως μια σύ­γκριση του κοινού τμήματος των δύο φωτογραφιών καταδείχνει χωρίς αμφιβολία ότι η λήψη έγινε από ελα­φρά διαφορετική οπτική γωνία. Και στις δύο περι­πτώσεις δε δια­­θέτουμε καμιά πλη­ρο­­­φορία για την ταυτότητα του φωτογράφου. Κατά το 1904, εξάλ­λου, η εικόνα της Ζίτσας αποτυπώνεται σε δύο καρτ-ποστάλ, τυπωμένες από το Γραμμενιάτη Γεώργιο Ράδο, φωτογράφου όντος του Δημητρίου Φαλαρίδη. Αρ­­γό­τερα τη σκυτάλη παίρνουν οι Ζιτσαίοι φωτογράφοι, Θεμιστοκλής Παπα­γεωρ­γίου αρχικά και Γεώργιος Δρόσος εν συνεχεία, που ο φακός τους αιχμαλώτισε επίσης χαρακτηρι­στι­­­κά ενσταντανέ της Ζί­τσας.

Β΄. Ο ανώνυμος συντάκτης του κειμένου προφανώς δεν είναι Ζιτσαίος, ούτε βασί­ζει τις πληροφορίες του σε συγκαιρινή ανταπόκριση από τη Ζί­τσα, παρά έχει υπόψη του κατά βάση, παρόλο που δεν κατονομάζει την πηγή του, εργασία του Μυστακίδη, δημο­σιευ­θείσα στο περιοδικό «Παρνασσός» (βλ. Β. Α. Μυστακίδης, Συμ­βο­λή εις την ιστορίαν των εν Ιωαννίνοις σχολείων, Παρ­νασ­­σός 10 (1886), σσ. 68-76 και 132-140), της οποίας αξιοποιεί επιλεκτικά στοιχεία, αν και όχι πάντα με τη δέουσα προσο­χή, εξ ου και η πα­ρείσφρηση στα όσα γράφει ορισμένων ανα­κρι­βειών, ως ακολούθως:

1. Το σιγίλλιο του 1805, με το οποίο η μονή Προφήτη Ηλία επαναπροσηλώνεται στη σχολή του Γκούμα εν Ιωαννίνοις, αποδίδεται εσφαλμένα στον πα­τριάρχη Γρη­γό­ριο, ενώ πρόκειται ξεκάθαρα για σιγίλλιο του πατριάρχη Καλλίνικου.

2. Για τα σχετικά με τη Σχολή των Ταξιαρχών επικαλείται δημοσίευμα (επιστολή) του Σμυρνιού Νικολάου Γεωργιάδη στο πε­ριο­δικό Λόγιος Ερμής (βλ. Ερμής ο Λό­γιος, τόμος Θ΄, τεύχος 22 / 15-11-1819, σσ. 871-873), στην πραγματικότητα όμως δεν το έχει δει, απλώς προσφεύγει και πάλι στο προμνησθέν άρθρο του Μυστακίδη, όπου αναδημοσιεύονται εκτενή αποσπάσματα της επιστολής (βλ. Μυστακίδης, ό. π., σσ. 139-140), μάλι­στα αναφέρει λαθεμένα ως ημερομηνία δημοσίευσης την 4η Ο­κτω­βρίου 1819, που όμως αφορά το χρόνο γραφής και επίδοσής της στη σύνταξη του πε­ριοδικού, όπως ορθώς αναγράφει και ο Μυστακίδης.

3. Συγχέει τον ημέτερο Ιωάννη Δ. Τζέτζη, διδάκτορα της Φιλοσο­φίας και καθη­γη­τή (1843-1900) – ο Μυστακίδης ποιεί­ται μνεία αυτού στη σελίδα 138, ως εξής: … τῷ ἐλ­λογίμῳ καθηγητῇ κ. Τζέτζη δι’ ὅσα ἀφορῶσι τὴν πατρίδα αὐτοῦ Ζίτσαν. – με το βυ­ζαντινό λόγιο, συγ­γρα­φέα και ποιητή (γραμματικό) του 12ου αιώνα, Ιωάννη Τζέτζη (1110-1180).

Όμως και οι πληροφορίες που αρύεται από άλλες πηγές, με εξαίρεση τους στίχους, με τους οποίους ο λόρδος Βύρων εξυμνεί το φυσικό τοπίο της Ζίτσας, δεν είναι απαλ­λαγμένες από σφάλματα, για τα οποία πιθανότατα δε φέρει ο ίδιος την ευθύνη. Το πρώ­­­­­το αφορά τον αριθμό των κατοίκων της κωμόπολης, που τη συγκεκριμένη χρονι­κή στιγμή όχι μόνο δεν ανέρχεται σε 3.000 – άλλωστε ουδέποτε σε όλη την ιστορική της δια­δρομή δεν πλησίασε καν αυτό το νούμερο –, αλλά μόλις αγγίζει τους 1.500, σύμφωνα με τα δια­θέσιμα έγκυρα στοιχεία (βλ. σχετικά Θ. Δ. Κοσμάς, Η Ζίτσα του 19ου αιώνα: Γέ­νεση και εξέλιξη του εκπαιδευτικού φαινομένου (1788-1913), Ιωάννινα 2005, Πί­να­κας 15, σσ. 370-371). Το δεύτερο έχει να κάνει με την παραποίηση του επωνύμου του Δημη­τρίου Λιόντου, κτίτορα του Αγίου Νικολάου, που αποδίδεται ως «Λιούτσος».

Τέλος, παραλείπει οιαδήποτε αναφορά στη Δημοτική Σχολή Ζίτσας, παρότι το κτί­ριο υπήρξε επίσης μνημειώδες για τα δεδομένα της εποχής, χτισμένο το 1858 με έξο­δα των μονών Προφήτη Ηλία και Πατέρων, αν και δεσπόζει στο κέντρο της φω­το­γρα­φίας και επισκιάζει με τον όγκο και την παρουσία του όλα τα άλλα κτίσματα, εύλογα, αν σκεφτεί κανείς ότι η άγνοια προσώπων και πραγμάτων, όπως συνάγεται από τα όσα προεκτέθηκαν, τον υποχρεώνει να κινηθεί αποκλειστικά στα όρια που του προδιαγράφουν οι πηγές του.

Ανεξάρτητα από τις ανωτέρω επισημάνσεις, το παρόν κείμενο, συνεπικουρούμενο ασφαλώς και από τη φωτογραφία, που προτάσσεται σε περίοπτη θέση του περιοδι­κού, προάγει αναμφισβήτητα το ενδιαφέρον για τη Ζίτσα, σε μια εποχή που, σύμφω­να με τον ανώνυ­μο κειμενογράφο, «τόσον ὀλίγον ἡ ἰστορία ὁμιλεῖ» γι αυτή, ή, με διαφορετική διατύ­πω­ση, «ἡ ἱστορία δὲν ἠξίωσεν ἔτι νὰ παρέξῃ μικράν τινα θέσιν εἰς τὴν ὡραίαν κωμό­πολιν», υπό την έννοια δε αυτή, κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, λειτουργεί ως υπό­μνηση της ανάγκης εξόδου της από την ιστορική αφάνεια.

Είναι αξιοσημείωτο ότι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει ήδη εκ­δοθεί, κάτι που αγνοεί ο συντάκτης του κειμένου, το πατριδογραφικό πόνημα του μα­θητή τότε της Ζωσιμαίας Σχολής Εμμα­νου­ήλ Ι. Γεωργιάδου [Γεωργάτη], Η Ζίτσα. Κω­­μόπολις της Ηπείρου, εν Αθήναις 1889, που απαντά στην ανάγκη αυτή και συνιστά την πρώτη σοβαρή προσπά­θεια παρουσίασης της ιστορικής διαδρομής της Ζίτσας, γε­γο­­νός που, κατά τη γνώμη μου, συναρτάται με την ανάπτυξη κατά το προηγούμενο χρο­νι­κό διάστημα ανάλογων προβληματισμών στους κόλ­πους της τοπικής κοινωνίας, ενώ λί­γα χρόνια αργότερα (1895) βλέπει το φως της δημοσιότητας το προαναφερθέν, παρόμοιας στό­χευ­σης και σημασίας, σύγγραμμα της Αμαλίας Πα­πα­σταύ­ρου για τη Ζίτσα.

                                                                                                         Θεόδωρος Δ. Κοσμάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: