Στο περιοδικό Ἕσπερος, ἀρ. 182, ἐν Ἀθήναις τῇ 15)27-7-1889, στην πρώτη και τη δεύτερη σελίδα (ή, σύμφωνα με τη σελιδαρίθμηση του περιοδικού, στις σελίδες 209 και 210), φιλοξενούνται αντίστοιχα φωτογραφική άποψη της Ζίτσας, φέρουσα τη λεζάντα Ἡ κωμόπολις Ζίτσα ἐν Ἠπείρῳ, και ανυπόγραφο συνοδευτικό κείμενο υπό τον τίτλο ΖΙΤΣΑ. Ως τεκμήρια ιστορικού ενδιαφέροντος παρατίθενται κατωτέρω, εν τέλει δε ακολουθεί σύντομος σχολιασμός αμφοτέρων.
ΖΙΤΣΑ
Ἡ Ἠπειρωτικὴ κωμόπολις Ζίτσα, ἧς τὴν εἰκόνα παραθέτομεν ἐνταῦθα, συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν πρώτων τῆς Ἑλλάδος τοποθεσιῶν τῶν περιφήμων διὰ τὸ περικαλλὲς τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ γραφικόν.
Τέσσαρας περίπου ὥρας ἀπέχουσα τῆς μητροπόλεως Ἰωαννίνων, ἡ Ζίτσα κατοικεῖται ὑπὸ τρισχιλίων ἀτόμων καὶ κατέχει δύο ἄξια λόγου κτίρια, τὴν μονὴν τοῦ προφήτου Ἡλιοῦ καὶ ἓν σχολεῖον.
Ἡ μονὴ τοῦ προφήτου Ἡλιοῦ, τοῦ Θεσβίτου, εἶνε ἐκτισμένη ἐπὶ τοῦ ὄρους καὶ τὰ τείχη αὐτῆς λευκάζουσι μεγαλοπρεπῶς μέσῳ τοῦ περιβάλλοντος αὐτὴν ἄλσους. Τὸ ἱερὸν τοῦτο σταυροπήγιον, κατ’ ἔγγραφον παράκλησιν τοῦ ἱερέως Ἰωαννίνων καὶ διδασκάλου Κοσμᾶ Μπαλάνου, «ποθοῦντος, ὡς λέγει, νὰ μεταδίδῃ τὸ τάλαντόν του (δηλ.. τὰς γνώσεις του) εἰς ὅσους οἷόν τε πλειοτέρους, ἵνα μὴ χαρακτηρισθῇ ὡς ὁ φιλάργυρος τῆς παραδόσεως, ὁ κρύπτων τοὺς θησαυρούς του», τὸ σταυροπήγιον, εἴπομεν, τοῦτο, προσηλώθη τῷ 1805 τῇ ἐν Ἰωαννίνοις σχολῇ Γκούμα παρὰ τοῦ προστάτου μοναστηρίων καὶ σχολῶν ἀοιδίμου Γρηγορίου, ἐκδόντος πρὸς τοῦτο σιγίλλιον ἐπικυρωτικὸν τῆς αἰτήσεως. Τοῦτο καὶ ἄλλοτε, πρὸ δεκαετίας ἔτι, εἶχε προσκολληθῇ τῇ σχολῇ Γκούμα, ἐν ᾗ ἀπὸ 45 ἐτῶν ἐδίδασκεν ὁ εἰρημένος Μπαλάνος, ἀλλά, «μηδὲν ὠφελῆσαν ἕνεκα τῶν τοῦ καιροῦ περιστάσεων», ὁ Κοσμᾶς ἱκέτευσε νὰ γίνῃ τῆς σχολῆς κτῆμα. Διετία ὅμως παρῆλθε μόλις καὶ ἡ διάταξις τοῦ 1805 ἀνετράπη δι’ ἑτέρου σιγιλλίου, κατόπιν προηγηθείσης συμφωνίας τοῦ διδασκάλου καὶ τοῦ ἐπιτρόπου τῆς σχολῆς, τοῦ ἡγουμένου κὺρ Γρηγορίου καὶ τοῦ μητροπολίτου Ἰωαννίνων Ἱεροθέου, ἀποκαταστάσης οὕτω πάλιν τῆς μονῆς ἐνοριακῆς. Πρὸς τοῦτο ἀπέτισεν ἡ μονὴ εἰς τὴν σχολὴν Γκούμα χάριν ἀποζημιώσεως 4 χιλ. γροσίων, προέβη δ’ εἰς αὐτὸ «ἐπειδὴ πολλοῖς χρέεσι περιεβλήθη καὶ δεινῶς κατεπιέζετο.»
Τὸ ἕτερον ἐν Ζίτσῃ κτίριον, ἡ σχολή, ὡς ὁ Σμυρναῖος Ν. Γεωργιάδης ἀναφέρει ἐν τῷ συγγράματι Λογίῳ Ἑρμῇ τῆς 4 Ὀκτωβρ. 1819, ἱδρύθη παρὰ τοῦ φιλογενοῦς ἱεράρχου πρῴην Βουζαίου κ. Κωνσταντίνου. Ὁ Κωνσταντῖνος οὗτος, ἀνεψιὸς τοῦ «σοφοῦ καὶ μουσοσέπτου πρῴην Οὐγγροβλαχίας Δοσιθέου», κατέβαλεν ἀφειδῶς μέγα ποσὸν ἵνα ἐν τῇ πατρίδι του συστήσῃ σχολὴν οὐ μόνον τῆς παλαιᾶς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀλλὰ καὶ τῶν κοινῶν λεγομένων γραμμάτων. Ἔγραψεν ὅθεν εἰς τοὺς προεστῶτας νὰ ἐκλέξωσι τόπον ἁρμόδιον διὰ κτίριον, στείλας συνάμα τ’ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς οἰκοδομὴν σχολῆς εὐρυχώρου καὶ ἱκανῆς ὅπως ἐν αὐτῇ διαιτῶνται πτωχοὶ μαθηταί. Ἡ οἰκοδομὴ περιεῖχε δώδεκα μεγάλα δωμάτια ηὐπρεπισμένα διὰ λαμπρῶν ἐπίπλων καὶ ἐφωδιάσθη κατόπιν ὑπὸ τετρακισχιλίων τόμων χορηγηθέντων καὶ τούτων παρὰ τοῦ ἱδρυτοῦ της. Ὥρισεν ἐπίσης ὁ ἱδρυτής, ὡς ὁ αὐτὸς Γεωργιάδης ἀφηγεῖται, νὰ πέμπωνται κατ’ ἔτος καὶ ἕτερα συγγράμματα ἑλληνικά τε καὶ τ’ ἀξιολογώτερα τῶν εὐρωπαϊκῶν, μέχρι συμπληρώσεως βιβλιοθήκης πλουσίας καὶ περιεκτικῆς.
Τὰ δύο ἀνωτέρω κτίρια, ἡ σχολὴ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἡ μονὴ Ἡλιοῦ τοῦ Θεσβίτου πλὴν τῶν ἄλλων καλῶν ἔχουσι καὶ τοῦτο, ὅτι παρέχουσι, διὰ τὴν ἱστορικὴν αὐτῶν ἀξίαν, ἀφορμὴν ἱστορικῶν ὑπομνημάτων περὶ τῆς Ζίτσης, περὶ ἧς τόσον ὀλίγον ἡ ἰστορία ὁμιλεῖ. Ἐκ τῆς κωμωπόλεως ταύτης ἕλκουσιν ἐπίσης τὸ γένος καὶ ἀρκετοὶ ἀξιόλογοι ἄνδρες, ὡς ὁ Πατριάρχης ὁ Α΄, ὁ ἀπὸ Σοφίας, ὁ διευθυντὴς τῆς ἐν Μοσχοπόλει σχολῆς Χρύσανθος (1708), ὁ Βυζαντινὸς Ἰωάννης, ἂν μὴ ἀπατώμεθα ὁ Τζέτζης, ὁ ἱερεὺς Παρθένιος ὁ Κατζούλης (1730), ὁ καὶ συγγραφεὺς τοῦ ἐν Βενετίᾳ ἐκδοθέντος τῷ 1778 Ἀποφθεγματαρίου, καὶ ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἐκεῖ σχολῆς Κωνσταντῖνος.
Ἂν ὅμως ὁ κ. Κατζούλης δὲν ἐπέτυχε νὰ καταστήσῃ τὴν πατρίδα του ὀνομαστὴν διὰ τοῦ Ἀποφθεγματαρίου του καὶ ἂν ἡ ἱστορία δὲν ἠξίωσεν ἔτι νὰ παρέξῃ μικράν τινα θέσιν εἰς τὴν ὡραίαν κωμόπολιν, εὗρεν ὅμως ἡ Ζίτσα τὴν θέσιν της ἐν τῇ ἀθανάτῳ ποιήσει τοῦ Βύρωνος ὅστις πολλὰς τῶν στροφῶν του ἀφιέρωσε πρὸς ἐξύμνησιν αὐτῆς.
Ἰδοὺ ἡ πιστὴ τῆς Ζίτσης εἰκών, ἣν ἐν ὀλίγαις λέξεσι παρέχει ἡμῖν ὁ ὑμνητὴς αὐτῆς ἐν τῷ Τσάϊλδ Ἀρόλδῳ.
«Ὦ Ζίτσα, ἱερὸν ἔδαφος, ὅθεν καὶ ἂν στραφῇ τὸ βλέμμα ἀπὸ τῆς δασώδους κορυφῆς σου, πανταχόθεν τῷ προσμειδιᾷ μαγεία ἐν μυρίοις χρωματισμοῖς, καὶ ὡς ἴρις περὶ τοὺς βράχους καὶ τὰς πηγάς, τὸ ἄλσος καὶ τοὺς λόφους, περιβάλλεται ἡδέως ὑπὸ κυανοῦ οὐρανοῦ. Πόσον ὡραῖα καταρρέει τὸ ὕδωρ διὰ μέσου χαράδρας, ὅπου ὁ βράχος ἀποτόμως ἐπικρέμαται. Πόσον ζωηρὰ τὰ φυλλώματα τῶν δένδρων. ….»
Ὑ. Γ. Εὐχαρίστως μανθάνομεν ὅτι ὁ ἐκ Ζίτσης καταγώμενος Κύριος Δημήτριος Λιοῦτσος προτἰθεται μετὰ εὐγενοῦς φιλογενείας ν’ ἀναγείρῃ ἐκ βάθρων ἰδίᾳ δαπάνῃ τὸν ἐν Ζίτσῃ ναὸν τοῦ ἁγ. Νικολάου. Ἡ δαπάνη θ’ ἀνέλθῃ εἰς χιλίας πεντακοσίας λίρας.
ΣΧΟΛΙΑ
Α΄. Όσον αφορά τη φωτογραφία, που υποθέτω ότι προέρχεται από Ζιτσαίο παρεπιδημούντα στην Αθήνα, έχουμε ενώπιόν μας την παλαιότερη, απ’ όσο τουλάχιστον είμαι σε θέση να γνωρίζω, φωτογραφική απεικόνιση της Ζίτσας, που χρονολογείται προφανώς προ της 15)27 Ιουλίου 1889, ημερομηνίας έκδοσης του περιοδικού Ἕσπερος, χωρίς πάντως να μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς πότε. Πρόκειται για μερική άποψη της κωμόπολης, διακρίνονται δε ευκρινώς μεταξύ άλλων εμβληματικά κτίρια της κοινότητας, όπως ο ναός του Αγίου Δημητρίου, η παρά τους Ταξιάρχες Ελληνική Σχολή (μη σωζόμενα σήμερα), ο ναός των Ταξιαρχών, η Δημοτική Σχολή (νυν Πνευματικό Κέντρο) και η μονή του Προφήτη Ηλία. Παρεμπιπτόντως η αμέσως επόμενη απεικόνιση, πανοραμική αυτή τη φορά, περιέχεται στο βιβλίο της Αμαλίας Κ. Παπασταύρου, Η Ζίτσα. Γεωγραφική και ιστορική περιγραφή της κωμοπόλεως ταύτης της Ηπείρου, εν Αθήναις 1895, μεταξύ των σελίδων 24 και 25. Να σημειωθεί πως μια σύγκριση του κοινού τμήματος των δύο φωτογραφιών καταδείχνει χωρίς αμφιβολία ότι η λήψη έγινε από ελαφρά διαφορετική οπτική γωνία. Και στις δύο περιπτώσεις δε διαθέτουμε καμιά πληροφορία για την ταυτότητα του φωτογράφου. Κατά το 1904, εξάλλου, η εικόνα της Ζίτσας αποτυπώνεται σε δύο καρτ-ποστάλ, τυπωμένες από το Γραμμενιάτη Γεώργιο Ράδο, φωτογράφου όντος του Δημητρίου Φαλαρίδη. Αργότερα τη σκυτάλη παίρνουν οι Ζιτσαίοι φωτογράφοι, Θεμιστοκλής Παπαγεωργίου αρχικά και Γεώργιος Δρόσος εν συνεχεία, που ο φακός τους αιχμαλώτισε επίσης χαρακτηριστικά ενσταντανέ της Ζίτσας.
Β΄. Ο ανώνυμος συντάκτης του κειμένου προφανώς δεν είναι Ζιτσαίος, ούτε βασίζει τις πληροφορίες του σε συγκαιρινή ανταπόκριση από τη Ζίτσα, παρά έχει υπόψη του κατά βάση, παρόλο που δεν κατονομάζει την πηγή του, εργασία του Μυστακίδη, δημοσιευθείσα στο περιοδικό «Παρνασσός» (βλ. Β. Α. Μυστακίδης, Συμβολή εις την ιστορίαν των εν Ιωαννίνοις σχολείων, Παρνασσός 10 (1886), σσ. 68-76 και 132-140), της οποίας αξιοποιεί επιλεκτικά στοιχεία, αν και όχι πάντα με τη δέουσα προσοχή, εξ ου και η παρείσφρηση στα όσα γράφει ορισμένων ανακριβειών, ως ακολούθως:
1. Το σιγίλλιο του 1805, με το οποίο η μονή Προφήτη Ηλία επαναπροσηλώνεται στη σχολή του Γκούμα εν Ιωαννίνοις, αποδίδεται εσφαλμένα στον πατριάρχη Γρηγόριο, ενώ πρόκειται ξεκάθαρα για σιγίλλιο του πατριάρχη Καλλίνικου.
2. Για τα σχετικά με τη Σχολή των Ταξιαρχών επικαλείται δημοσίευμα (επιστολή) του Σμυρνιού Νικολάου Γεωργιάδη στο περιοδικό Λόγιος Ερμής (βλ. Ερμής ο Λόγιος, τόμος Θ΄, τεύχος 22 / 15-11-1819, σσ. 871-873), στην πραγματικότητα όμως δεν το έχει δει, απλώς προσφεύγει και πάλι στο προμνησθέν άρθρο του Μυστακίδη, όπου αναδημοσιεύονται εκτενή αποσπάσματα της επιστολής (βλ. Μυστακίδης, ό. π., σσ. 139-140), μάλιστα αναφέρει λαθεμένα ως ημερομηνία δημοσίευσης την 4η Οκτωβρίου 1819, που όμως αφορά το χρόνο γραφής και επίδοσής της στη σύνταξη του περιοδικού, όπως ορθώς αναγράφει και ο Μυστακίδης.
3. Συγχέει τον ημέτερο Ιωάννη Δ. Τζέτζη, διδάκτορα της Φιλοσοφίας και καθηγητή (1843-1900) – ο Μυστακίδης ποιείται μνεία αυτού στη σελίδα 138, ως εξής: … τῷ ἐλλογίμῳ καθηγητῇ κ. Τζέτζη δι’ ὅσα ἀφορῶσι τὴν πατρίδα αὐτοῦ Ζίτσαν. – με το βυζαντινό λόγιο, συγγραφέα και ποιητή (γραμματικό) του 12ου αιώνα, Ιωάννη Τζέτζη (1110-1180).
Όμως και οι πληροφορίες που αρύεται από άλλες πηγές, με εξαίρεση τους στίχους, με τους οποίους ο λόρδος Βύρων εξυμνεί το φυσικό τοπίο της Ζίτσας, δεν είναι απαλλαγμένες από σφάλματα, για τα οποία πιθανότατα δε φέρει ο ίδιος την ευθύνη. Το πρώτο αφορά τον αριθμό των κατοίκων της κωμόπολης, που τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή όχι μόνο δεν ανέρχεται σε 3.000 – άλλωστε ουδέποτε σε όλη την ιστορική της διαδρομή δεν πλησίασε καν αυτό το νούμερο –, αλλά μόλις αγγίζει τους 1.500, σύμφωνα με τα διαθέσιμα έγκυρα στοιχεία (βλ. σχετικά Θ. Δ. Κοσμάς, Η Ζίτσα του 19ου αιώνα: Γένεση και εξέλιξη του εκπαιδευτικού φαινομένου (1788-1913), Ιωάννινα 2005, Πίνακας 15, σσ. 370-371). Το δεύτερο έχει να κάνει με την παραποίηση του επωνύμου του Δημητρίου Λιόντου, κτίτορα του Αγίου Νικολάου, που αποδίδεται ως «Λιούτσος».
Τέλος, παραλείπει οιαδήποτε αναφορά στη Δημοτική Σχολή Ζίτσας, παρότι το κτίριο υπήρξε επίσης μνημειώδες για τα δεδομένα της εποχής, χτισμένο το 1858 με έξοδα των μονών Προφήτη Ηλία και Πατέρων, αν και δεσπόζει στο κέντρο της φωτογραφίας και επισκιάζει με τον όγκο και την παρουσία του όλα τα άλλα κτίσματα, εύλογα, αν σκεφτεί κανείς ότι η άγνοια προσώπων και πραγμάτων, όπως συνάγεται από τα όσα προεκτέθηκαν, τον υποχρεώνει να κινηθεί αποκλειστικά στα όρια που του προδιαγράφουν οι πηγές του.
Ανεξάρτητα από τις ανωτέρω επισημάνσεις, το παρόν κείμενο, συνεπικουρούμενο ασφαλώς και από τη φωτογραφία, που προτάσσεται σε περίοπτη θέση του περιοδικού, προάγει αναμφισβήτητα το ενδιαφέρον για τη Ζίτσα, σε μια εποχή που, σύμφωνα με τον ανώνυμο κειμενογράφο, «τόσον ὀλίγον ἡ ἰστορία ὁμιλεῖ» γι αυτή, ή, με διαφορετική διατύπωση, «ἡ ἱστορία δὲν ἠξίωσεν ἔτι νὰ παρέξῃ μικράν τινα θέσιν εἰς τὴν ὡραίαν κωμόπολιν», υπό την έννοια δε αυτή, κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, λειτουργεί ως υπόμνηση της ανάγκης εξόδου της από την ιστορική αφάνεια.
Είναι αξιοσημείωτο ότι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει ήδη εκδοθεί, κάτι που αγνοεί ο συντάκτης του κειμένου, το πατριδογραφικό πόνημα του μαθητή τότε της Ζωσιμαίας Σχολής Εμμανουήλ Ι. Γεωργιάδου [Γεωργάτη], Η Ζίτσα. Κωμόπολις της Ηπείρου, εν Αθήναις 1889, που απαντά στην ανάγκη αυτή και συνιστά την πρώτη σοβαρή προσπάθεια παρουσίασης της ιστορικής διαδρομής της Ζίτσας, γεγονός που, κατά τη γνώμη μου, συναρτάται με την ανάπτυξη κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα ανάλογων προβληματισμών στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας, ενώ λίγα χρόνια αργότερα (1895) βλέπει το φως της δημοσιότητας το προαναφερθέν, παρόμοιας στόχευσης και σημασίας, σύγγραμμα της Αμαλίας Παπασταύρου για τη Ζίτσα.
Θεόδωρος Δ. Κοσμάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου